Aναπνοή

ΑΝΑΠΝΟΗ

από τη Γιώτα Κούτρα

Ο  ρυθμός  της  ζωής , ο  ρυθμός  του Σύμπαντος , ο ρυθμός  του  Όντος.
Σε  ισορροπία : Αρμονία , Χαρά , Ευτυχία .
Σε  ανισορροπία : Φόβος , Ανησυχία , Πόνος .
Και  εδώ  είναι που αρχίζει το Παιχνίδι . Αγάπη και Φόβος , Φως και Σκοτάδι , Καλό και Κακό . Εγώ και Εσύ , οι Παίκτες. Χρειάζονται τουλάχιστον «Δύο» , για να παιχτεί οποιοδήποτε παιχνίδι , έτσι δεν είναι ;

Θυμάσαι πόσες φορές στάθηκες απέναντι μου , έτσι ώστε να μπορώ να σε δω, και να παίζουμε μαζί ; Θυμάσαι τις μορφές που πήρες, προκειμένου να μην πλήξουμε ποτέ ;
Άφησε με , να σου θυμίσω . Εσύ δεν ήσουν η Μητέρα μου, που σε πολύ δύσκολες συνθήκες, δέχτηκες να με φέρεις σε αυτόν τον κόσμο, κάνοντας ό,τι καλύτερο μπορούσες για εμένα ; Εσύ δεν ήσουν ο Πατέρας μου, που δέχτηκες να με γεννήσεις και να φροντίσεις, παλεύοντας με τη ζωή, να ζήσω και σταθώ στα δικά μου πόδια ; Εσύ δεν ήσουν η φίλη μου , ο φίλος μου, ο δάσκαλος μου, ο γείτονας μου ,η γιαγιά μου, ο παππούς μου, ο αδελφός μου, η αδελφή μου, ο σύντροφος μου , ο καθένας και η καθεμία που με αγάπησε, που με μίσησε , που με προκάλεσε, με κάθε τρόπο ώστε να εκφράσω ή να κρύψω τα χειρότερα αλλά και τα καλύτερα συναισθήματα μου ;

Δεν ήσουν ΕΣΥ αυτός, που λίγες ώρες πριν, φόρεσες όλο τον οπλισμό σου και μου επιτέθηκες με όλη σου τη δύναμη, επιστρατεύοντας ταυτόχρονα το σκληρότερο θυμό  σου, αλλά και την γλυκύτερη παράκλησή σου για αποδοχή και συμφιλίωση?
Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο; Έχω αρχίσει να νιώθω άνετα μαζί σου, οικεία , θα έλεγα. Δε βασανίζεις πια το μυαλό μου, δε σκληραίνεις πια το στομάχι μου και το καλύτερο, δε θλίβεις πια την καρδιά μου. Δε σου κρύβω ότι διακρίνω ένα διαφορετικό, πραγματικά ενδιαφέρον νόημα στο παιχνίδι μας.

Στην απίστευτα μεγάλη ποικιλία των μορφών σου βλέπω πολλές φορές την έκφραση κάποιας σκέψης μου, κάποιου συναισθήματος ή κάποιας κίνησης, που δεν τόλμησα ποτέ μου να εκδηλώσω και αναρωτιέμαι, με κάποιο φόβο ομολογώ, μήπως γνωρίζεις για ‘μένα πράγματα που εγώ δεν υποψιάζομαι καν; Και όλες αυτές οι επαναλήψεις λόγων ή έργων κάθε φορά που συναντιόμαστε, όλη αυτή η επιμονή σου να θέλεις να παίξεις μαζί μου σε κάθε ευκαιρία και με κάθε κόστος, μήπως μου δείχνει πράγματα που δεν τόλμησα ποτέ μου να δω;

Ε λοιπόν, εμείς οι δύο θα πρέπει να γνωριζόμαστε πολύ-πολύ καλά, για να στήσουμε αυτά τα παιχνίδια.

Θυμάμαι τώρα με πολλή συγκίνηση και νοσταλγία το πιο δημοφιλές και αγαπημένο παιχνίδι των παιδικών μου χρόνων, το Κρυφτό, όπου όλα τα «παιδιά» περιμέναμε τη σειρά μας, και ψάχναμε τα πιο απίθανα μέρη για να κρυφτούμε από τη «Μάνα», που περίμενε τον κατάλληλο χρόνο για να ξεκινήσει το ψάξιμο.

Άσε με να σου θυμίσω αυτούς τους δύο ρόλους του παιχνιδιού, τους οποίους παίξαμε αμέτρητες φορές, εναλλάσσοντας τους, ανάλογα με την εξέλιξη του. Εγώ η «Μάνα», εσύ το «κρυμμένο παιδί», εσύ η «Μάνα», εγώ το «κρυμμένο παιδί», ώσπου η Μάνα να βρει όλα τα κρυμμένα παιδιά της και να αποχωρήσει δίνοντας τη θέση της στο επόμενο «τυχερό» παιδί, επιλέγοντας να ξαναμπεί στο παιχνίδι για να ανακαλύψει νέες κρυψώνες. Θυμάσαι; Θυμάσαι;

Και τα χρόνια πέρασαν από τότε που παίξαμε το τελευταίο μας παιχνίδι, καθώς μεγαλώνοντας, ξεκινήσαμε την εξερεύνηση του προσωπικού δικού μας μονοπατιού. Απομακρυνθήκαμε ο ένας από τον άλλο τόσο, που στο τέλος χαθήκαμε και ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε την ομορφιά και το πάθος του παιχνιδιού μας, ξεχάσαμε την αγωνία του «παιδιού» να κρυφτεί όσο καλύτερα μπορούσε, ξεχάσαμε τον αγώνα της «Μάνας» να βρει τα κρυμμένα παιδιά της, καθώς το γεμάτο νέες προκλήσεις προσωπικό μας μονοπάτι απορρόφησε όλη μας την προσοχή.

Και ενώ τα ταξίδια μας γύρω από τον Ήλιο, καβάλα στο αγαπημένο μας διαστημόπλοιο Γη, συνεχίζονταν και συνεχίζονταν ξεδιπλώνοντας μπροστά μου πρωτόγνωρες προκλήσεις και εμπειρίες, διαπίστωσα  μέσα από το πλήθος των γλυκόπικρων συναισθημάτων μου ότι τελικά δεν είχαμε χαθεί, δεν είχαμε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο. Διαπίστωσα, ότι το μόνο που είχε ξεχαστεί ήταν η αθωότητα των παιδικών μας χρόνων, ήταν η χαρά της ανακάλυψης, η χαρά του παιχνιδιού.

Τότε ακριβώς, ήταν η στιγμή που σε ξαναβρήκα καθώς προσπαθούσες να κρυφτείς, όχι πια πίσω από ένα δέντρο, έναν τοίχο ή έναν πυκνό θάμνο, αλλά πίσω από ρόλους σχεδιασμένους έξυπνα, ώστε να μη χρειάζεται πλέον να τρέχω για να σε βρω, όπως κάναμε όταν ήμασταν παιδιά. Θυμάσαι ;

Ήταν τότε ακριβώς, που κρύφτηκες πίσω από κάθε σκέψη και κάθε συναίσθημα, είτε αυτά εκφράζονταν από τον ατομικό μου νου και την ατομική μου καρδιά, είτε από το συλλογικό νου και τη συλλογική καρδιά.

Τότε λοιπόν ήταν που τη χαρά του παιχνιδιού της Ανακάλυψης, τη διαδέχθηκαν οι μάχες για την εξουσία ανάμεσα στο Νου και στην Καρδιά. Το παιχνίδι αγρίεψε! Οι σκέψεις και τα συναισθήματα έγιναν «εχθροί», καθώς ο εκάστοτε κάτοχος ενός συναισθήματος ή μίας σκέψης διεκδικούσε τον έλεγχο ολόκληρης της ύπαρξης σου.

Η αίσθηση του χωρισμού ήταν πια τόσο φανερή, ώστε το κενό που δημιουργήθηκε, να γίνει η Πύλη για την εισβολή του Φόβου.

Ό,τι σου έδινε χαρά, τώρα πια σε γεμίζει φόβο. Το οικείο πρόσωπο που ανακάλυπτες όταν ήσουν παιδί, τώρα πια ήταν ο ξένος, ήταν ο εχθρός που απειλούσε την ύπαρξη σου. Θυμάσαι;

Και το γεμάτο φόβους Αύριο, διαδεχόταν το Σήμερα ξανά και ξανά… ώσπου τίποτα πια δε φαινόταν να λειτουργεί. Ο νους και το συναίσθημα, εξαντλημένα από τον μακροχρόνιο πόλεμο μεταξύ τους, άφησαν για μια στιγμή κάτω τα όπλα τους και τότε… Θυμάσαι;

Τότε θυμηθήκαμε να ΑΝΑΠΝΕΥΣΟΥΜΕ ! ! ! Και καθώς η ΖΩΗ βρήκε την ευκαιρία να ρεύσει μέσα μας με αυτή την Αναπνοή – θυμάσαι; – τότε ακριβώς, ήταν που για πρώτη φορά, από τότε που χωριστήκαμε, είδαμε ο ένας τον άλλο κατάματα.

Η στιγμή ήταν μαγική, καθώς μέσα από αυτό το βλέμμα εισχωρήσαμε ο ένας μέσα στον άλλο, σφραγίζοντας την ένωση μας με μια βαθειά, πλήρη ΑΝΑΠΝΟΗ !

Γι΄ώτα Κούτρα 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Share the love! Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterEmail this to someone